Γυναικοκτονίες
Ο Ρόλος της Τοπικής Κοινωνίας και των Δομών Υποστήριξης
Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, η κοινωνική ευαισθητοποίηση γύρω από τα ζητήματα φύλου και έμφυλης βίας έχει αυξηθεί σημαντικά. Ωστόσο, η ορατότητα αυτή δεν επιτρέπει κανέναν απολύτως εφησυχασμό. Οι συνέπειες των πατριαρχικών δομών και της έμφυλης κυριαρχίας εγγράφονται καθημερινά, με τον πιο βίαιο τρόπο, στα σώματα και τις ψυχές των γυναικών, καθιστώντας τη σιωπή συνενοχή. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν αναλογιστεί κανείς τα επίσημα δεδομένα, καθώς σύμφωνα με την 6η Ετήσια Έκθεση για τη Βία κατά των Γυναικών, το 2025 σημαδεύτηκε από την τραγική απώλεια 16 γυναικών στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, 23 ανθρωποκτονίες με θύματα γυναίκες, ενώ το 69,6% αφορούν γυναικοκτονίες στο σύνολο των γυναικών θυμάτων ανθρωποκτονίας. Αυτή η αυξητική τάση αποτυπώνεται με ακόμη πιο έντονο τρόπο το τελευταίο διάστημα στον νομό, όπου τα αλλεπάλληλα περιστατικά που είδαν το φως της δημοσιότητας υπενθυμίζουν ότι η έμφυλη βία είναι μια πραγματικότητα της διπλανής πόρτας, η οποία απαιτεί τη συνεχή εγρήγορση όλων. Το φαινόμενο αποτελεί ένα κρίσιμο ζήτημα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απασχολεί έντονα τόσο την επιστημονική θεωρία όσο και την καθημερινή πράξη στην Ελλάδα και διεθνώς, αποδεικνύοντας ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν αποτελεί ένα «ιδιωτικό πρόβλημα», αλλά ένα βαθύτατα δομικό κοινωνικό φαινόμενο.
Για να γίνει κατανοητή αυτή η πολυπλοκότητα, είναι απαραίτητο να υπάρξει αναδρομή στην εννοιολογική αφετηρία του όρου «γυναικοκτονία» (femicide), ο οποίος, αν και εμφανίζεται ήδη από το 1801, απέκτησε το σύγχρονο περιεχόμενό του μέσω της Diana E. H. Russell, ορίζοντας «τη δολοφονία γυναικών από άνδρες επειδή είναι γυναίκες» (Russell & Radford, 1992). Ο όρος δεν προέκυψε εν κενώ, αλλά ήρθε να κατονομάσει το ειδεχθές φαινόμενο της στοχευμένης δολοφονίας γυναικών, καθώς ο γενικός νομικός όρος «ανθρωποκτονία» αποτυγχάνει να αναδείξει το έμφυλο κίνητρο, συσκοτίζοντας τις βαθύτερες πατριαρχικές αιτίες. Όπως επισημαίνουν οι Λιάπη και Βουγιούκα (2022), η βαθιά κατανόηση των γυναικοκτονιών απαιτεί την ένταξή τους στα συγκεκριμένα ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη μετατοπίζεται από το ατομικό στο συστημικό επίπεδο, βαραίνοντας τους θεσμούς που κανονικοποιούν πολλαπλές μορφές βίας εις βάρος των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων. Μέσα από το έργο των συμβουλευτικών κέντρων, καταρρίπτεται καθημερινά το στερεότυπο της «παθητικής γυναίκας», αφού όπως σημειώνει η Καραστάθη (2021), πολλά άτομα που έχουν υποστεί βία μάχονται στην καθημερινότητά τους να αναγνωριστεί η βία ως τέτοια, αλλά συστηματικά οι θεσμοί και η κοινωνία επιλέγουν να μην τις ακούν.
Αυτή η θεσμική κώφωση συνδέεται άμεσα με την έννοια της «αργής βίας» (slow violence), η οποία ξεδιπλώνεται αόρατα, σταδιακά και διασκορπίζεται στον χρόνο. Όπως αναδεικνύει το έργο της Elizabeth Povinelli (2014) για τα «quasi-events», υπάρχουν μορφές βίας που οικοδομούνται πάνω σε μηχανισμούς αναβολής, φθοράς και συσσώρευσης, παράγοντας γεγονότα σιωπηρής τραυματικής έντασης που στερούνται άμεσης ορατότητας. Αντίστοιχα, ο Pierre Bourdieu (1998) χρησιμοποιεί την έννοια της «συμβολικής βίας» (symbolic / gentle violence) για να προσδιορίσει μια ήπια μορφή βίας, η οποία λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε οι δομές της ανισότητας να παρουσιάζονται ως φυσικές. Σε αυτό το σημείο, το φύλο διασταυρώνεται αναπόφευκτα με το εισόδημα, την εκπαίδευση, τη φυλή, την εθνικότητα και τη σεξουαλικότητα, παράγοντας διαφοροποιημένα μοτίβα έμφυλης βίας. Όταν η γυναικοκτονία ορίζεται διαθεματικά, οφείλουν να συμπεριληφθούν οι ρατσιστικές, ομοφοβικές και τρανσφοβικές δολοφονίες, οι θάνατοι ανηλίκων στο πλαίσιο εξαναγκαστικών γάμων, οι συστημικές πολιτικές απαγόρευσης των αμβλώσεων, καθώς και οι ηλικιωμένες γυναίκες-θύματα, οι οποίες παραβλέπονται συστηματικά από τις αρχές και αποκλείονται από τις δομές φροντίδας.
Όταν η κακοποίηση φτάνει στο ακραίο της σημείο, οι γυναικοκτονίες εγγράφονται λανθασμένα στο συλλογικό νοητό ως μια ξαφνική «οικογενειακή τραγωδία» με μια μόνο τελική πράξη, επιβάλλοντας την πλήρη αορατότητα όλης της προηγούμενης συστηματικής φθοράς. Το έγκλημα καταναλώνεται από το κοινό ως θέαμα χωρίς κάθαρση, χωρίς να τίθενται συλλογικά ερωτήματα για τα κοινωνικά αίτια της απώλειας της ζωής των γυναικών. Ονομάζοντας, ωστόσο, τη δολοφονία μιας γυναίκας ως «γυναικοκτονία», αναδεικνύονται η ανισορροπία ισχύος και το συνεχές της κακοποίησης. Όπως υπογραμμίζει η καθηγήτρια Μαροπούλου (2020), η γυναικοκτονία συμπυκνώνει την ακραία ποινική συμπεριφορά και την ακραία θανατηφόρα μορφή σεξιστικής βίας, αποτελώντας ένα απαραίτητο εργαλείο που βοηθά το Δικαστήριο να επιβάλει μια πραγματικά αναλογική ποινή. Παρά ταύτα, η τρέχουσα πολιτική της πολιτείας, με τον πρόσφατο νόμο Ν. 5172/2025, υιοθετεί την ποινική καταστολή και την αυστηροποίηση των ποινών ως τον αποκλειστικό μηχανισμό, αγνοώντας την πρόληψη. Η εμπειρία από το πεδίο αποκαλύπτει ότι οι μεγάλες καθυστερήσεις στη δικαστική οδό συνιστούν εφιαλτική περίοδο διακινδύνευσης, ενώ, όπως επισημαίνει η GREVIO, η σύνδεση των μέτρων προστασίας με «χώρους» και όχι με «πρόσωπα» εγκυμονεί τεράστια κενά ασφαλείας. Το πιο άδικο στοιχείο παραμένει ότι οι ίδιες οι γυναίκες και τα παιδιά τους αναγκάζονται τελικά να ξεριζωθούν από το σπίτι τους για να σωθούν, αντί να απομακρύνεται άμεσα ο θύτης.
Η ευθύνη για τη διακοπή αυτού του κύκλου δεν βαρύνει μόνο το θύμα, καθώς η έμφυλη βία ευδοκιμεί στη σιωπή και στην ανοχή της τοπικής κοινωνίας. Το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ) επαναβεβαιώνει τη σταθερή του δέσμευση να προάγει την αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών και την εφαρμογή πολιτικών που αντιμετωπίζουν τα επίμονα εμπόδια για την ισότητα. Μέσα από τα ερευνητικά έργα του, τις συνέργειες του με πανεπιστήμια, φορείς της κοινωνίας πολιτών και θεσμικούς εταίρους, την επιστημονική εποπτεία των 68 υποστηρικτικών δομών του Πανελλαδικού Δικτύου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΓΓΙΑΔ) για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και των πολλαπλών διακρίσεων κατά των γυναικών και την λειτουργία 14 Συμβουλευτικών Κέντρων Γυναικών, το ΚΕΘΙ λειτουργεί ως καθοριστικός, συνδετικός κρίκος μεταξύ της κοινωνικής πραγματικότητας και του θεσμικού σχεδιασμού πολιτικών.
Τα Συμβουλευτικά Κέντρα του ΚΕΘΙ –μαζί με τις υπόλοιπες δομές του Δικτύου της ΓΓΙΑΔ- αποτελούν έναν κρίσιμο πυλώνα κοινωνικής προστασίας, παρέχοντας ολοκληρωμένες υπηρεσίες στήριξης σε γυναίκες που βιώνουν βία, πολλαπλές μορφές διακρίσεων και κοινωνικό αποκλεισμό. Πίσω από τις υπηρεσίες αυτές βρίσκονται επαγγελματίες που εργάζονται καθημερινά με επιστημονική επάρκεια, ευαισθησία και βαθιά συναίσθηση της κοινωνικής αποστολής τους.
Στο Συμβουλευτικό Κέντρο Ηρακλείου του ΚΕΘΙ, του οποίου η λειτουργία συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του Προγράμματος «συμπλήρωση Περιφέρειας 2021-2027», κάθε επιζώσα έμφυλης βίας ή/και πολλαπλών διακρίσεων μπορεί να λάβει δωρεάν κοινωνική, ψυχολογική, νομική και εργασιακή στήριξη με την οπτική του φύλου. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες περιλαμβάνουν επίσης δωρεάν νομική εκπροσώπηση για γυναίκες επιζώσες έμφυλης βίας σε συνεργασία με τον τοπικό δικηγορικό σύλλογο, χορήγηση της εφαρμογής «κομβίον πανικού», εκπόνηση πλάνου ασφαλείας και συμπλήρωση εργαλείου εκτίμησης κινδύνου, καθώς και παραπομπή ή/και συνοδεία σε αρμόδιες αρχές και φορείς. Οι υπηρεσίες παρέχονται με πλήρη σεβασμό στο απόρρητο της συμβουλευτικής και με γνώμονα την ενδυνάμωση και την προστασία των γυναικών.
Όπως τονίζει χαρακτηριστικά η Judith Butler (2019), η βία κατά των γυναικών αποτελεί το κατεξοχήν μέσο επιβολής εναντίον της θηλυκότητας, επιχειρώντας να ορίσει τη γυναικεία ζωή ως αναλώσιμη και την ίδια την ύπαρξη ως ένα ανδρικό εξουσιαστικό προνόμιο. Τελικά, ο όρος «γυναικοκτονία» είναι ένα ζωντανό πεδίο κοινωνικοπολιτικής δυναμικής που αμφισβητεί ριζικά την πατριαρχική δομή της κοινωνίας. Η μνήμη των θυμάτων οφείλει να μετουσιώνεται σε αντίσταση, κοινωνική εγρήγορση και συλλογική διεκδίκηση, ώστε τα δικαιώματα των γυναικών να αποτελούν αυτονόητη πραγματικότητα και κοινή κοινωνική ευθύνη.
Στοιχεία Επικοινωνίας: