Η Βικελαία Βιβλιοθήκη

 

Η «Βικελαία Βιβλιοθήκη»
(Ή αλλιώς, μια ακόμη «Μποτίλια στο πέλαγος»)

Του Νίκου Χ. Γιανναδάκη
(Εφόρου της «Βικελαίας Βιβλιοθήκης»)

Προλογικά

Η πόλη του Ηρακλείου έχει μια μακρά και πλούσια παράδοση στην ελληνική ιστορία των Γραμμάτων και των Τεχνών. «Κοσμήματα» ξεχωριστά αυτής της παράδοσης είναι η Ζωγραφική των Εικόνων της Κρητικής Σχολής, η υψηλή ποίηση του «Ερωτόκριτου» και του Κρητικού Θεάτρου, και τα βαθύτατης μυστικής πνοής έργα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Ωστόσο, η παράδοση της πόλης του Ηρακλείου στα Γράμματα και τις Τέχνες δεν είναι μια παράδοση νεκρή, ούτε, πολύ περισσότερο, ξένη ή «εχθρική» στους άμεσους κληρονόμους της. Σε όλη τη διάρκεια αυτού του αιώνα, που είναι και ο αιώνας της πραγματικής ελευθερίας, τα Γράμματα και οι Τέχνες άρχισαν με ολοένα και ταχύτερο ρυθμό, να διανύουν ξανά μιαν ανοδική πορεία - μια πορεία, της οποίας κυριότεροι «σταθμοί» είναι δυνατόν να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η οργάνωση και λειτουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου, η σύσταση της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών και (μέσω αυτής) η θέσπιση των Κρητολογικών Συνεδρίων, η ίδρυση και η (βάσει υψηλών διδακτικών προδιαγραφών) λειτουργία των Πανεπιστημιακών Σχολών των Φυσικών, Μαθηματικών και Ιατρικών Επιστημών και, τέλος η συγκρότηση και λειτουργία του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αναβάθμιση και η πολύπλευρη ανάπτυξη, ιδίως κατά την τελευταία δεκαπενταετία, της «Βικελαίας Βιβλιοθήκης» («Β.Β.»). Αυτή την αναβάθμιση και αυτή την ανάπτυξη, με ειδικές αναφορές τόσο στην ιστορία της όσο και στα «πεπραγμένα»της, επιδιώκει να σκιαγραφήσει το κείμενο που ακολουθεί. Όχι γιατί οι περιπτώσεις των άλλων «σταθμών» στην πρόσφατη πολιτιστική ιστορία της πόλεως του Ηρακλείου δεν παρουσιάζουν το δικό τους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά γιατί η «Β.Β.» είναι ένα πολιτιστικό μόρφωμα που προ πολλού έχει ξεφύγει από την «περπατημένη οδό», σχεδιάζοντας ή/και αναλαμβάνοντας πολλές άλλες, τυπικές για μια παραδοσιακή ελληνική βιβλιοθήκη, πολιτιστικές δραστηριότητες, όπως λ.χ. στην περιοχή των εκδόσεων, στη διοργάνωση μεγάλων επιστημονικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και στη συστηματική συγκέντρωση και έρευνα του σχετικού με την προαγωγή της ιστορικής αυτοσυνειδησίας αρχικού υλικού.

Η εν λόγω ιδιαιτερότητα της «Β.Β.» έχει προκαλέσει την προσοχή και, οπωσδήποτε, την περιέργεια ενός ευρύτερου κοινού. Αυτό το κείμενο πιστεύουμε ότι την περιέργεια, τουλάχιστον, αυτού του κοινού θα την ικανοποιήσει. Ίσως, όμως, να το παρακινήσει και για μια γνωριμία βαθύτερη με το βιβλίο και τον κόσμο του. Άλλωστε, με τι είδους βεβαιότητα μπορεί να μιλήσει κανείς για την τύχη του γραπτού λόγου όταν στη μνήμη του έχει χαραχθεί η περί γραφής διδασκαλία του πλατωνικού «Φαίδρου», ή, αλλιώς, η εικόνα της κλεισμένης σε κάποια μποτίλια και ριγμένης στο απέραντο πέλαγος επιστολής;

Το ιστορικό πλαίσιο

(1908-1984)

Ας έλθουμε τώρα στην παρουσίαση του ιστορικού πλαισίου -εκείνου που αφορά στην ίδρυση και την εξέλιξη της «Β.Β.». Η εν λόγω παρουσίαση εκδιπλώνεται γύρω από την συζήτηση ενός καίριου ερωτήματος:

Ποιος ήταν ο Δημήτριος Βικέλας και γιατί δώρισε την πλουσιότατη και εκλεκτή βιβλιοθήκη του στον Δήμο Ηρακλείου;

Το πρώτο σκέλος του ερωτήματος έχει απάντηση, για το δεύτερο όμως μόνον κάποιες ενδείξεις είναι μέχρι σήμερα διαθέσιμες. Παρ’ όλα αυτά, με στοιχεία αντλημένα από μια διάλεξη του ιστοριοδίφη Στέργιου Σπανάκη (που επί 20ετίαν και πλέον διετέλεσε Έφορος της «Β.Β.»), από ένα μελέτημα του ιατρού -ερευνητή Μανόλη Δετοράκη για την εν Ηρακλείω πρώτη Δημόσια Βιβλιοθήκη και, τέλος, από την έρευνα της Μαρίας Τερδήμου με τίτλο «Χρονολόγιο Δ.Βικέλα», θα επιχειρηθεί εδώ μια προσέγγιση με την επιδίωξη να διατυπωθεί κάποια απάντηση και στα δύο σκέλη του ερωτήματος.

Ο Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 15 Φεβρουαρίου του 1835.Στη Σύρο, επίσης, σε ηλικία 16 ετών, εποίησε και δημοσίευσε το πρώτο του έργο -την έμμετρη μετάφραση της τραγωδίας του Ρακίνα «Έσθηρ».

Τον επόμενο χρόνο, το 1852, σε ηλικία 17 ετών, πήγε στο Λονδίνο, κοντά στον εκ μητρός θείο του Βασίλειο Μελά, για να εργαστεί στο εμπόριο του σταριού. Έτσι, ύστερα από δέκα χρόνια, απόκτησε το πρώτο του κεφάλαιο -1000 αγγλικές λίρες. Το 1876, όμως, η εταιρία του θείου του διαλύθηκε και ο Βικέλας άφησε οριστικά το εμπόριο, με το οποίο ασχολήθηκε 24 ολόκληρα χρόνια. Μπορούσε πια να θεωρηθεί «υλικώς ανεξάρτητος» σε ηλικία 41 ετών.......

Η ενασχόληση του Βικέλα με τις υποθέσεις του κερδώου Ερμή δεν τον εμπόδισε ποτέ να θεραπεύει και εκείνες του «άλλου» θεού -του λογίου Ερμή. Στον ελεύθερο χρόνο του, παρακολουθούσε μαθήματα Βοτανικής στο University College, ενώ αργότερα, στα ενδιαφέροντα του προστέθηκε και η Αρχιτεχτονική. Γλώσσες ήξερε τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, και τα ιταλικά, στα οποία δάσκαλός του υπήρξε ο ελληνιστής Luigi Settembrini, που έγινε έπειτα Υπουργός της Παιδείας. Ο Βικέλας διάβαζε πολύ. Όταν απόκτησε οικονομική άνεση, του γεννήθηκε η επιθυμία να έχει βιβλία δικά του. Άρχισε να αγοράζει πολλά, ιδίως χρήσιμα στις μελέτες του και όσα αναφέρονταν στην Ελλάδα. Η συσσώρευση, όμως, τόσων βιβλίων, που δεν πρόφτανε να τα διαβάζει όλα, έμοιαζε τελικά -όπως λέει ο ίδιος- προς θησαύρισμα φιλαργύρου, που δεν χρησιμοποιεί τον πλούτο του. Επομένως, συνεχίζει, έπρεπε να εξεύρει έναν τρόπο να απαλλαγεί από αυτά. Αλλά τούτη η σκέψη τον συγκράτησε από το να αποφασίσει κάτι τέτοιο: «είναι δύσκολον να ληφθεί τοιαύτη απόφασης, ισοδυναμούσα προς απόσβεσιν προσφιλούς παρελθόντος, προς άρνησιν ευγνωμοσύνης προς φίλους παλαιούς, μετά των οποίων συνεζήσαμεν και από τους οποίους ευηργετήθημεν».

Το καλοκαίρι του 1894 ο Βικέλας βρισκόταν στο Παρίσι. Τότε γινόταν εκεί το Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο και ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος τον διόρισε τηλεγραφικός αντιπρόσωπό του. Στο συνέδριο εκείνο συζητήθηκε η ιδέα για την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων -ιδέα που είχε προτείνει ο Γάλλος ιστορικός και φίλαθλος βαρόνος Πέτρος Κουμπερτέν. Για το θέμα αυτό ιδρύθηκε ειδικό τμήμα με πρόεδρο τον Βικέλα. Η επιβολή του και το κύρος του συνετέλεσαν ουσιαστικά στο να συναινέσουν τότε οι πάντας να γίνουν στην Αθήνα οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896. Από το έτος αυτό, δηλ. το 1896, ο Βικέλας εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και αφιερώθηκε ολόψυχα σε κοινωφελή έργα. Μεταξύ άλλων,το 1899, ίδρυσε τον γνωστό στους παλαιότερους «Σύλλογον προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων». Εκδόθηκαν εκεί 100 αριθμημένα μικρά βιβλιαράκια ποικίλου περιεχομένου. Από τον ίδιο σύλλογο εκδόθηκε αργότερα, το 1928, και το ιστορικό περιοδικό «Ελληνικά». Πρόεδρος του συλλόγου ήταν πάντα, όσο ζούσε, ο Βικέλας (πέθανε στις 7 Ιουλίου του 1908, σε ηλικία 73 ετών). Παρά τις ποικίλες κοινωνικές και εθνικές του δραστηριότητες, ο Βικέλας ποτέ δεν πρόδωσε την αγάπη του για το γράψιμο, που πρωτοφανερώνεται, όπως σημειώθηκε με τη μετάφραση και έκδοση της τραγωδίας του Ρακίνα, «Εσθηρ». Έγραψε λοιπόν, διάφορα έργα (λογοτεχνικά και φιλολογικά), ορισμένα από τα οποία είναι: οι Στίχοι, το Περί Ελληνικής Φιλολογίας, το Περί Βυζαντινών, η Σύστασις του Ελληνικού και τα όριά του, το Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν, και το Περί Σκωτίας. Ο Λουκής Λάρας αποτελεί το αριστούργημα του. Επίσης, ο Βικέλας μετέφρασε όλα σχεδόν τα γνωστά δράματα του Σαίξπηρ. Άλλα έργα του είναι: τα Διηγήματα, το Διαλέξεις και αναμνήσεις, η Σουηδία, και η Γυναικεία αγωγή. Έγραψε, τέλος, και τα απομνημονεύματά του με τον τίτλο: Η ζωή μου.

Αλλά πώς και γιατί ο Βικέλας αποφάσισε να αφήσει την πλουσιότατη και πολυτιμότατη βιβλιοθήκη του στον Δήμο Ηρακλείου και δεν την χάρισε ούτε στη γενέτειρά του, την Ερμούπολη, ούτε στην πόλη της απώτερης καταγωγής του, την Βέρροια; Πρόκειται για ένα ερώτημα, που δεν βρήκε ως σήμερα απάντηση ικανοποιητική. Ο Ιωσήφ Χατζηδάκης (1848-1936), διευθυντής και οργανωτής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου, προσωπικός φίλος του Βικέλα, αποδίδει την απόφασή του αυτή στον ενθουσιασμό του για τους θησαυρούς που αποκάλυψαν οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κρήτη στις αρχές του αιώνα μας. Είναι δε γνωστό ότι ο Βικέλας επισκέφτηκε, λίγο πριν πεθάνει, το Ηράκλειο. Με το ευρύ, λοιπόν, και προνοητικό του βλέμμα λέγεται ότι διείδε το μέλλον της πόλης αυτής και αποφάσισε να της αφήσει το πολυτιμότερο του αγαθό ως πνευματικού ανθρώπου την βιβλιοθήκη του. Η απάντηση αυτή του Ι.Χατζηδάκη φαίνεται να είναι ισχυρή. Γίνεται όμως ακόμα ισχυρότερη αν ληφθεί υπ’ όψιν και η έντονη αγωνία του Βικέλα για την εξέλιξη του λεγομένου Εθνικού Ζητήματος, ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του οποίου αποτελούσε η απελευθέρωση της Κρήτης. Η αγωνία του δε αυτή εκδηλώνεται εμπράκτως, ύστερα από τα γεγονότα του 1896, που απολήγουν στην επαναφορά της Σύμβασης της Χαλέπας. Γράφει επ’αυτού στην προαναφερθείσα έρευνα της η Μαρία Τερδήμου: «Το 1897, μετά από πιέσεις του εξαδέλφου του Παύλου Μελά, ο Βικέλας δέχεται να γίνει μέλος της [μυστικής] «Εθνικής Εταιρείας», με την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα έχει ανάμιξη στα εσωτερικά του κράτους. Τον ίδιο χρόνο, ο Βικέλας δημοσιεύει επιστολές υπέρ της ανεξαρτησίας της Κρήτης σε αγγλικές και αμερικανικές εφημερίδες, και άρθρο με τίτλο «Public Spirit in Modern Athens» στο τεύχος του Ιανουαρίου της The Century Magazine της Νέας Υόρκης. (....) Τον Μάρτιο, οι Μεγάλες Δυνάμεις, σύμφωνα με ανεπίσημες πληροφορίες, αποφασίζουν να διορίσουν αυτές Χριστιανό διοικητή στην Κρήτη και μάλιστα τον Έλληνα βασιλόπαιδα Γεώργιο. Η «Εθνική Εταιρεία», με δηλώσεις στις αθηναϊκές εφημερίδες, αντιδρά έντονα στην απόφαση αυτή, αλλά, με τη σειρά του, ο Βικέλας δηλώνει την αντίθεσή του στην αντίδρασή της».

Ας δούμε τώρα τα ιστορικά της δωρεάς του Βικέλα στη διάρκεια της πρώτης μεγάλης περιόδου της ζωής της «Β.Β.». Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου της 18ης Ιουλίου 1908, ο πρόεδρος Αριστείδης Στεργιάδης καθιστά γνωστόν εις τα μέλη του, ότι «ο εν Αθήναις εσχάτως αποθανών λόγιος Έλλην Δημήτριος Βικέλας εκληροδότησε εις τον Δήμο Ηρακλείου την βιβλιοθήκην αυτού». Στις 9 Αυγούστου 1908, η Μόνιμη Επιτροπή του Δήμου Ηρακλείου ανέθεσε στον Ιωάννη Δαμβέργη να αντιπροσωπεύσει τον Δήμο Ηρακλείου στην παραλαβή των βιβλίων, να υπογράψει το σχετικό πρωτόκολλο και να φροντίσει για την αποστολή των. Η πρώτη εγκατάσταση της βιβλιοθήκης έγινε στα ισόγεια δωμάτια του κτηρίου του Νομαρχιακού Καταστήματος, που βρισκόταν τότε στη μέση του σημερινού Πάρκου Θεοτοκόπουλου, στη θέση όπου ήταν κατά τη Βενετοκρατία το Palazzo del Generale. Αλλά, όπως αναφέρει ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Αριστείδης Στεργιάδης, «τα παραχωρηθέντα δωμάτια είναι ανήλια και υγρά και ήρξατο να είναι καταφανής η εκ της υγρασίας βλάβη των βιβλίων». Τον Ιανουάριο του 1910, με πρόταση του (Τούρκου) δημάρχου Δεληαχμετάκη, διορίστηκε Έφορος της «Β.Β.» ο Θεοδόσιος Οικονομίδης, «κεκτημένος όλα τα δια την υπηρεσίαν προσόντα αντί μισθού 100 δρχ. μηνιαίως», για να αρχίσει την καταγραφή και την ταξινόμηση των βιβλίων και την τοποθέτηση των στις 12 βιβλιοθήκες, που κατασκεύασε ο επιπλοποιός Εμμανουήλ Καψετάκης. Συγχρόνως ορίστηκε «επιτροπή» για να βοηθήσει. Αλλά, ως φαίνεται, η συνεργασία του Οικονομίδου με την επιτροπή δεν υπήρξε ευτυχής -γεγονός που τον οδήγησε στην υποβολή παραιτήσεως, που έγινε δεκτή στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1911. Στις 4 Μαρτίου του 1910, η Μόνιμη Επιτροπή αποφασίζει να ονομαστεί «Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου». Προς τιμήν του δωρητού, και η στρογγυλή σφραγίδα της να έχει γύρω σε κύκλο αυτόν τον τίτλο και στο κέντρο το έτος 1910 και έναν πυρσό.

Στα 1912, το Δημοτικό Συμβούλιο απασχόλησε το θέμα της Βιβλιοθήκης του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου. Ο σύλλογος αυτός είχε ιδρυθεί γύρω στα 1880 και συγκέντρωσε αρκετά και ενδιαφέροντα για την Κρήτη βιβλία. Τελευταίος πρόεδρος του ήταν ο Ιωσήφ Χατζηδάκης στα «Πρακτικά» του Δημοτικού Συμβουλίου, στις 14 Ιουλίου 1912, αναφέρονται τα εξής: «Το Δημοτικόν Συμβούλιον έχον υπ’ όψει ότι εκ της άλλοτε Βιβλιοθήκης του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου σώζονται τόμοι τινές οι οποίοι φυλάσσονται εις τα γραφεία της εισαγγελίας πλημμελώς και υπόκεινται εις φθοράν, και ότι μετά την σύστασιν της Δημοτικής Βιβλιοθήκης καλόν θα ήτο τα περί ων ο λόγος βιβλία να παραδοθώσιν εις τον Δήμον προς πλουτισμόν της Βιβλιοθήκης, εκφράζει ομοφώνως την ευχήν προς την Κυβέρνησιν όπως διάταξη να παραδοθούν τα ειρημένα βιβλία εις τον Δήμον». Η ευχή εισακούστηκε και στο Βιβλίο Εισαγωγής της «Β.Β.» είναι καταγραμμένοι 1.130 τόμοι βιβλίων του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου. Τα βιβλία αυτά είναι ποικίλου περιεχομένου και, ως επί το πλείστον, σπάνια. Σε αυτά συγκαταλέγονται και βιβλία της εν Ηρακλείω πρώτης Δημόσιας Βιβλιοθήκης. Για την εν λόγω βιβλιοθήκη που αποτελεί τρόπον τινά τον πρόδρομο της «Β.Β.» ο ιατρός-ερευνητής Μανόλης Δετοράκης έχει γράψει τα εξής: «Η ιδέα και η τιμή της ίδρυσης της πρώτης Δημόσιας Βιβλιοθήκης στο Ηράκλειο (και, απ’ ό,τι γνωρίζω, στην Κρήτη) ανήκει σε μια μικρή ομάδα φιλόμουσων μελών της Χριστιανικής Κοινότητος της πόλης και τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 1860. Παρά το γεγονός ότι η ιδρυτική απόφαση και ο κανονισμός της λειτουργίας της δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, σειρά όλη ενημερωτικών εγγράφων επιτρέπει την ικανοποιητική προσέγγιση του θέματος. Όπως συνάγεται από τα έγγραφα αυτά, τα ιδρυτικά μέλη της αποτάθηκαν, το 1863 , στους φιλόμουσους ομογενείς για να ζητήσουν τη βοήθειά τους. Ένα περίπου χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1864, είχε σχηματιστεί ο πρώτος πυρήνας και ζητήθηκε θέμα προσωρινής στέγασης και φύλαξης των βιβλίων. Επίσημος φορέας της βιβλιοθήκης ήταν η Τμηματική Εφορία των Σχολείων, που τελούσε υπό την αιγίδα της Δημογεροντίας και της Τμηματικής Εφορίας ήταν πάντοτε ο τοπικός Επίσκοπος και, προκειμένου για το Τμήμα Ηρακλείου, ο Μητροπολίτης Κρήτης. Δηλαδή, στην περίοδο αυτή, ο Διονύσιος Χαριτωνίδης, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης (1887-1891). Όπως μας πληροφορεί ο Στέφανος Νικολαίδης (1817-1907), η βιβλιοθήκη άρχισε να λειτουργεί τον Σεπτέμβριο του 1865. Ωστόσο, η μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 ανέστειλε, όπως ήταν φυσικό, τις παραπέρα προσπάθειες για τον καταρτισμό της, μόλο που ήδη είχε φθάσει να θεωρείται πλούσια, αν κρίνουμε από έναν, λίαν ενδιαφέροντα, κατάλογο βιβλίων του 1870, που διασώζεται στο εν τη «Β.Β.» αποκείμενο Αρχείο της Δημογεροντίας Ηρακλείου».

Η ίδρυση της «Β.Β.» προκάλεσε το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων των γραμμάτων, που θέλησαν να ενισχύσουν, προσφέροντας σε αυτήν τις ατομικές βιβλιοθήκες των. Πρώτος δωρητής το (1916) είναι ο Ιωάννης Λυμπρίτης, από την παλιά και ιστορική οικογένεια του Αγίου Θωμά Μονοφατσίου. Εν συνεχεία, στη «Β.Β.» περιήλθαν η Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου της Κρήτης, που ιδρύθηκε το 1872, καθώς και πολλά από τα βιβλία του Στεφάνου Ξανθουδίδου. Από τους άλλους δωρητές, πρέπει ιδιαίτερα να αναφερθούν ο καθηγητής της Δημόσιας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ανδρέας Ανδρεάδης, ο Ζαχαρίας Οικονόμου και οι κληρονόμοι του αρχιμανδρίτη Φωτίου Θεοδοσάκη. Πολύ αξιόλογη, επίσης, είναι και η δωρεά της βιβλιοθήκης του Ανδρέα Λυσιμάχου Καλοκαιρινού -δωρεά που πραγματοποιήθηκε χάρις στο ενδιαφέρον του Ανδρέα Γ. Καλοκαιρινού. Τέλος, άλλες αξιόλογες (μέχρι το 1984) δωρεές είναι εκείνες του Μάρκου Αυγέρη και της Έλλης Αλεξίου, του Γεωργίου Ανεμογιάννη, του ιατρού Απολλόδωρου Μελισσείδη, του δικηγόρου Νίκανδρου Φραγκιαδάκη και του Άρη Χατζηδάκη.

Το 1920 η Νομαρχία ζήτησε την εκκένωση των δεσμευμένων από την «Β.Β.» δωματίων του Καταστήματος της και ο Δήμος Ηρακλείου αναγκάστηκε να την μεταφέρει στα τρία ισόγεια βορινά δωμάτια του Δημαρχιακού Μεγάρου, που ήταν τότε στη νοτιοανατολική γωνία του σημερινού Πάρκου Θεοτοκόπουλου. Στα επίσης ανήλια, γεμάτα μούχλα και υγρασία δωμάτια αυτού του κτηρίου, η «Β.Β.» παρέμεινε μέχρι το 1932. Τότε τελείωσε η ανέργεση του Δημοτικού Μεγάρου των Ακτάρικων και η «Β.Β.» αποφασίστηκε να μεταφερθεί και να εγκατασταθεί σε ορισμένους από τους ισόγειους χώρους του.

Την περίοδο 1938-1940, το θέμα της στέγασης της «Β.Β.» απασχόλησε σοβαρά τον Δήμο Ηρακλείου. Στη συνεδρίαση της Εφορευτικής Επιτροπής, τον Δεκέμβριο του 1938, ο δήμαρχος Μηνάς Γεωργιάδης παρουσίασε τις σχετικές με αυτό σκέψεις του, ορισμένες από τις οποίες αξίζει τον κόπο να μεταφερθούν εδώ αυτούσιες: «Το ζήτημα της Βιβλιοθήκης είναι εν εκ των σοβαροτέρων, άτινα απασχολούν σήμερον την Δημοτικήν Αρχήν, η οποία θεωρεί επιτακτικήν την ανάγκην της ανοικοδομήσεως ειδικού μεγάρου δια την στέγασιν τόσον αυτής όσον και του Τουρκικού Αρχείου. Εν τω αυτώ δε μεγάρω δέον όπως ληφθεί πρόνοια όπως κατασκευασθεί αίθουσα διαλέξεων, ούτως ώστε, εν τω μεγάρω τούτω το οποίον επαξίως δύναται να φέρει το όνομα «Οίκος γραμμάτων», θα στεγασθή παν ό,τι αφορά την πνευματικήν κίνησιν του τόπου μας..[...] Εκτός τούτου δε η Βιβλιοθήκη δύναται να γαλουχήσει όχι μόνον την νεολαίαν αλλά και τους πολίτας να μορφώσει και να τέρψη ακόμη. Προς τον σκοπόν τούτον τείνοντες, έχω την γνώμην, ότι πρέπει να προκηρύξωμεν διαγωνισμόν δια την εκπόνησιν του σχεδίου Μεγάρου Βιβλιοθήκης. Μετά την εισήγηση αυτή ή Εφορευτική Επιτροπή, κατόπιν των γενομένων επί του θέματος συζητήσεων, υποβάλλει προς το Δημοτικόν Συμβούλιον την ευχήν όπως προκηρυχθεί διαγωνισμός δια την εκπόνησιν του σχεδίου του Μεγάρου της Βιβλιοθήκης εν τω δημοτικώ οικοπέδω της Πλατείας Δασκαλογιάννη». Το Δημοτικό Συμβούλιο αποδέχτηκε το αίτημα της Επιτροπής και προκηρύχτηκε ο αρχιτεχτονικός διαγωνισμός. Υποβλήθηκαν 10 σχέδια. Αλλά η κατάσταση τις παραμονές του πολέμου δεν επέτρεψε τη σύγκληση της Επιτροπής Κρίσεως. Τα σχέδια έμειναν σφραγισμένα, και έτσι, χωρίς καν να ανοιχθούν, κάηκαν όταν βομβαρδίστηκε το Δημαρχείο.

Ο πόλεμος ανέκοψε φυσικά κάθε δράση για τη βελτίωση της «Β.Β.». Το σοβαρότερο, όμως γεγονός που απείλησε την ίδια την ύπαρξη της, ήταν ο συμμαχικός βομβαρδισμός της πόλης του Ηρακλείου το φθινόπωρο του 1943. Μια από τις βόμβες εκείνες έπεσε στην άκρη του παλιού βυζαντινοβενετικού τείχους κι από εκεί γλίστρησε και εισήλθε στη βιβλιοθήκη από το μεσαίο ανατολικό παράθυρο του αναγνωστηρίου. Η βόμβα προκάλεσε στον κόσμο πανικό. Κανείς δεν πλησίαζε τη βιβλιοθήκη και οι περίοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, περιμένοντας την έκρηξή της, γιατί νόμισαν πως ήταν ωρολογιακή. Αλλά η βόμβα τελικά δεν εξερράγη. Έτσι, ύστερα από τρεις μέρες, οι Γερμανοί πήραν έναν υπόδικο για να την μεταφέρει έξω, με την υπόσχεση ότι θα τον αφήσουν ελεύθερο. Όπως και έγινε.

Καθ’όλο το διάστημα της Γερμανικής Κατοχής, η «Β.Β.» λειτούργησε στους προαναφερθέντες ισόγειους χώρους του Δημοτικού Μεγάρου των Ακτάρικων. Το 1947 την μετέφεραν στον α′ όροφο του εν λόγω κτηρίου, όπου έκτοτε στεγάστηκε επί σαράντα έτη (μέχρι το 1987): τότε αποφασίστηκε από τον Δήμο Ηρακλείου η παραχώρηση σε αυτήν όλων των ανωγείων χώρων, έτσι ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες οι δημιουργηθείσες από την ίδρυση και την λειτουργία των νέων τμημάτων της.

Η Περίοδος της Ανάπτυξης

(1984-1994)

Μετά την πρώτη, δύσκολη και περιπετειώδη, περίοδο, η «Β.Β.», στις αρχές της δεκαετίας του ’80, φθάνει σε μια κρίσιμη καμπή, από την οποία, σταδιακά, «εκτρέπεται» προς την κατεύθυνση όχι πια μόνοντων βημάτων μιας τυπικής παραδοσιακής βιβλιοθήκης αλλά και προς την δύσβατη περιοχή της παραγωγής ενός πολύμορφου πολιτιστικού έργου.

Τα βασικά, τώρα, στοιχεία του έργου που έχει επιτελεσθεί στην και από την «Β.Β.» κατά τη δεκαετία 1984-1994 είναι τα εξής:

1. Πρώτα-πρώτα, και χωρίς να ακολουθείται η οποιαδήποτε αξιολογική ή χρονολογική τάξη, συντελείται η απόκτηση, η καταγραφεί και η αποδελτίωση της «Βιβλιοθήκης Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η Μαρώ Σεφέρη ποτέ δεν είχε σκεφτεί να προσφέρει τα βιβλία του ποιητή, και τα δικά της στη «Β.Β.». Είχε προτείνει και στη Βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σε Βιβλιοθήκες των Αθηνών να παραλάβουν τα εν λόγω βιβλία, αλλά η πρόταση της συνάντησε είτε την αδυναμία των υπευθύνων να τα στεγάσουν αυτοτελώς είτε την αδιαφορία. Απογοητευμένη η Μαρώ Σεφέρη και αδυνατούσα να εξεύρει μια λύση, δέχτηκε με ευχαρίστηση την υπόδειξη του φίλου της «Β.Β.» Μιχάλη Ζ. Κοπιδάκη, καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, να αναζητήσει μια λύση προς την κατεύθυνση της «Β.Β.». Την συναντήσαμε, λοιπόν, τον Νοέμβριο του 1986, συζητήσαμε και καταλήξαμε σε μια συμφωνία για την παραχώρηση στη «Β.Β.» όχι μόνον όλων των βιβλίων του ποιητή αλλά και των δικών της. Ποιό ήταν το καθοριστικό στοιχείο στην απόφαση αυτή της Μαρώς Σεφέρη, δεν το γνωρίζω. Το μόνο που ενδέχεται να επηρέασε (και προσωπικά είμαι απόλυτα βέβαιος ότι επηρέασε)την οριστική απόφαση της Μαρώς Σεφέρη είναι η κρίσιμης σημασίας άρση κάποιων επιφυλάξεων που αρχικά είχε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, επιστήθιος φίλος της οικογενείας Σεφέρη, για τη δωρεά των εν λόγω βιβλίων στη «Β.Β.»(επιφυλάξεων που σχέση είχαν μονάχα με το γεγονός της απομάκρυνσής τους από την Αθήνα).

Για τα βιβλία του Γιώργου Σεφέρη και για τη σχέση του ποιητή με αυτά έχει μιλήσει και γράψει ο Γ. Π.Σαββίδης (Παλίμψηστον, τ. 5, σσ.7-200.). Στο σημείο αυτό, τα μόνα που θα έπρεπε να προστεθούν είναι τα εξής: -Ο ποιητής έχει διαβάσει τα περισσότερα βιβλία της βιβλιοθήκης του και, σε πολλά από αυτά, διαπιστώνονται χειρόγραφες σημειώσεις ή/και υπογραμμίσεις του. -Πολλά βιβλία είναι προσωπικά αφιερωμένα στον ποιητή ή/και στην Μαρώ Σεφέρη. -Τα περισσότερα βιβλία του ποιητή είναι σφραγισμένα με τη δική του σφραγίδα (τη γνωστή γοργόνα σε στρογγυλό πλαίσιο) ή με το μονόγραμμά του (σε μικρό ορθογώνιο πλαίσιο).

2. Ιδρύεται στα «θεμέλια» του παλαιού Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου, το Τμήμα των Αρχείων, όπου σταδιακά πραγματοποιείται: α)Η απόκτηση (με παραχώρηση από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης ) και η βασική ταχτοποίηση των Αρχείων της «Δημογεροντίας Ηρακλείου» και της Χριστιανικής Ορφανικής Τραπέζης, β)Η απόκτηση σε μικροφίλμ από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας (με την συνεργασία του «Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών» και με την οικονομική ενίσχυση του Δήμου Ηρακλείου και της Γενικής Γραμματείας της Περιφέρειας Κρήτης ) των Αρχείων του Δούκα της Κρήτης και των Νοταρίων του Χάνδακος- αρχείων που αφορούν στην ιστορία της Κρήτης από το 1217 έως το 1669, γ)Η απόκτηση του Αρχείου Χειρογράφων (εκδεδομένων και ανεκδότων του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη, δ) Η απόκτηση και βασική τακτοποίηση του «Αρχείου του Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη», ε)Η απόκτηση και οργάνωση του «Αρχείου Χαρτών» του Γεωργίου Γρατσέα, στ)Η διάσωση και η βασική ταχτοποίηση των «Αρχείων του Δήμου Ηρακλείου» και εκείνων του «Καπνοκοπτηρίου», ζ)Η απόκτηση του «Αρχείου της εν Αρχάναις Επιτροπής της Κρητικής Επανάστασης του 1896», η)Η απόκτηση και βασική ταχτοποίηση του «Αρχείου του Γραμματέως του Ε.Α.Μ. Ν. Σακλαμπάνη», θ)Η απόκτηση του «Αρχείου Φωτογραφιών του Γκιουζέππε Γκερόλα» και του, συναφούς με αυτό, «Αρχείου Φωτογραφιών του Αλεσάντρο Κουρούνι», ι)Η συγκρότηση «Αρχείου Διαφανειών των Εικόνων της Κρητικής Σχολής» και «Αρχείου Διαφανειών Έργων Ηρακλειωτών Ζωγράφων», ια) Η ταχτοποίηση του «Αρχείου του Συνταγματάρχου Α. Νάθενα», καθώς και η καταγραφή σε βιντεοταινίες (με τη συνεργασία του φιλολόγου ιστορικού Α. Σανουδάκη) μιας σειράς «ζωντανών» μαρτυριών για τα γεγονότα της Κατοχικής Περιόδου, ιβ)Η απόκτηση, με παραχώρηση από τον ιατρό Κ. Τουτουντζάκη, και η βασική τακτοποίηση του σπηλαιολογικού και φυτολογικού «Αρχείου Ελευθερίου Πλατάκη», ιγ)Η απόκτηση και τακτοποίηση των αρχείων των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου (1900-1975), και ιδ) Η απόκτηση και τακτοποίηση των αρχείων «Στρατή Βελουδάκη», «Ιωάννου Μουρέλλου», «Μανόλη Καρέλλη», «Εμμ. Αγγελάκη», «Νίκου Βασιλάκη», «Δ. Βελεγράκη», «Μάνου Ελευθερίου» κ.α.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στα Αρχεία της «Β.Β.» έχουν ήδη αναφερθεί με σχετικό κείμενο τους, οι επιμελητές του ομώνυμου τμήματος Δημήτρης Σάββας και Ανδρέας Σαββάκης.Τα κυριότερα σημεία αυτού του κειμένου, απ’όπου αναδύεται η ιστορική διάσταση των Αρχείων της «Β.Β.», έχουν ως εξής:

Σήμερα στο Τμήμα Αρχείων (εκτός των προαναφερθέντων πολλών επιμέρους αρχειακών ενοτήτων και συλλογών) έχει συγκεντρωθεί ο βασικός κορμός του αρχειακού υλικού που «παρήχθη» στην Κρήτη από τους κατακτητές της στη διάρκεια επτά περίπου αιώνων (1217-1898).

Αυτός ο αρχειακός πλούτος απαιτεί όχι μονάχα την φροντισμένη τακτοποίηση και συντήρηση αλλά και το διαρκές ενδιαφέρον όλων των πολιτών, και ιδιαίτερα των ερευνητών, ώστε με την συστηματική καταλογογράφηση και ευρετηρίασή του, να καθίσταται πάντα δυνατή η μόρφωση και άλλων διαστάσεων για ό,τι θεωρείται ως ιστορική αλήθεια.

Τρεις παραμένουν οι κυριότερες συλλογές δημοσίων εγγράφων του Τμήματος Αρχείων της «Β.Β.»:

Α. Τα σχετικά με την Κρήτη Αρχεία της Βενετίας: Στα 1203, ο γιος του αυτοκράτορα Ισαακίου του Β', ο Αλέξιος Άγγελος, παραχωρεί την Κρήτη, έναντι εκδουλεύσεων, στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, εξέχοντα ιππότη της Δ′ Σταυροφορίας. Αυτός, με τη σειρά του και έναντι του ευτελέστατου ποσού των 5.000 χρυσών δουκάτων, την πουλά στον Ερρίκο Δάνδολο, Δόγη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στις 12 Αυγούστου του 1204. Εν τέλει, όμως άλλος ξένος πρόλαβε τότε να πατήσει πρώτος στο νησί -ο Γενουάτης αρχιπειρατής και κόμης της Μάλτας Ερρίκος Πεσκατόρε. Οι Ενετοί, ωστόσο, δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την αγορά τους και, έτσι, μετά από πολυετείς πολεμικές επιχειρήσεις, στις 11 Μαΐου 1219, καταλαμβάνουν την Κρήτη και ορίζουν πρώτο Δούκα της τον Ιάκωβο Τιέπολο.

Από τότε και επί τετρακόσια πενήντα χρόνια, στο Palazzo Ducale, στα άδυτα των αδύτων του «Βασιλείου της Κρήτης», συντάσσονται και φυλάσσονται τα διοικητικά και τα λεγόμενα νοταριακά (=συμβολαιογραφικά) έγγραφα. Ώσπου, στα 1645, οι Οθωμανοί αρχίζουν την κατάκτηση της Κρήτης. Πολιορκούν τους Ενετούς στον Χάνδακα από τον Μάιο του 1648 έως τον Σεπτέμβριο του 1669. Τότε, ύστερα από 21 χρόνια, αφού παίρνει τέλος η μακροχρονιότερη πολιορκία στην ιστορία της ανθρωπότητος, ο Φρ. Μοροζίνι στέλνει τα αρχεία του «Βασιλείου της Κρήτης» εκεί όπου διασώζονται και σήμερα- στο περιώνυμο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας.

Το 1992, η «Β.Β.» προχώρησε στην έναρξη ενός εντελώς ιδιαίτερης σημασίας προγράμματος: της απόκτησης, σε μικροφίλμ, των σχετικών με όλη την περίοδο της Βενετοκρατίας αρχείων, και που είναι: 1. Το «Αρχείο του Δούκα της Κρήτης», 2. Το «Αρχείο των Νοταίων του Χάνδακος», και 3. Το «Αρχείο των Εκθέσεων των Προβλεπτών». -Εκτός από την απόκτηση του ‘Αρχείου των Εκθέσεων των Προβλεπτών», γεγονός το οποίο επίκειται, όλο το υπόλοιπο πρόγραμμα έχει ήδη προγραματοποιηθεί.

Β. Το τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου: Οι Οθωμανοί, οι νέοι κυρίαρχοι της Κρήτης, μετά την πτώση του Χάνδακος, εδραιώνουν τη δική τους εξουσία στο νησί όχι μονάχα με τα όπλα και την επιβολή του πολιτισμικού «μορφώματος» τους, αλλά και, όπως οι Ενετοί, με την καθιέρωση της δι’επισήμων εγγράφων νομιμότητος των πράξεών τους.

Το Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου αποτελούν, κατά βάσιν, οι χειρόγραφοι Κώδικες του Ιεροδικείου Ηρακλείου, που εκτείνονται σε χρονικό διάστημα 230 ετών και είναι γραμμένοι στην τούρκικη γλώσσα με την παλιά αραβική γραφή -γλώσσα την οποία μπορούν να διαβάσουν μόνον όσοι την έχουν σπουδάσει ειδικά. Στους κώδικες αυτούς οι κατήδες καταχωρίζουν όλα τα σχετικά με τη δημόσια λειτουργία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγγραφα. «Δεν περιορίζονται δε τα έγγραφα των κωδίκων αυτών» -επισημαίνει ο επί 45ετίαν υπεύθυνος του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου Νικόλαος Σ. Σταυρινίδης- «εις γεγονότα μόνον του Τμήματος του Χάνδακος, αλλά εκτείνονται και εις ζητήματα της κεντρικής και δυτικής Κρήτης, μη παραλειπομένων και άλλων θεμάτων, αφορώντων είτε εις εκκλησιαστικά ζητήματα της Ανατολικής Κρήτης, είτε εις άλλα γενικής φύσεως. Και πλείστα άλλα θέματα, μεγίστης ιστορικής σημασίας, παρελαύνουν δια των κωδίκων του Ιεροδικείου Ηρακλείου. Τοιαύτα είναι, π.χ., η παράδοσις της νήσου Γραμπούσας και η υπόθεσις των ανδρών της φρουράς της, η παράδοσις της Σούδας και της Σπιναλόγκας, το θέμα της εφαρμογής του θεσμού των αρματωλών εν Κρήτη, η καρατόμησις δύο πασάδων της Κρήτης και τα πρακτικά της δίκης αυτών, η απόβασις του Ενετού ναυάρχου Μοτσενίγκου εις την Κρήτην, η διένεξις των Σφακιανών μετά των τουρκικών Αρχών η επανάστασις του Δασκαλογιάννη (1770), η δημιουργηθείσα εν Κρήτη συν τη παρόδω του χρόνου παμφάγος τάξις των αγάδων και ο στραγγαλισμός αυτών, ο μακάβριος ‘Κώδιξ των Θυσιώ», συνταχθείς κατά το 1828, εις ον αναφέρονται ονομαστικώς οι κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 φονευθέντες και αχμαλωτισθέντες κατά χωρία Χριστιανοί κ.α.».

«Πώς, όμως, επετεύχθη» -αναρωτιέται ο Ν. Σ. Σταυρινίδης- «η περισυλλογή, συγκέντρωσης και διάσωσης του πολύτιμου τούτου τουρκικού αρχειακού υλικού, του αποκειμένου εις την «Β.Β.»; - Και δίδει ο ίδιος την ακόλουθη απάντηση: «Το κεντρικόν πρόσωπον, περί το οποίον στρέφεται η επισήμανσης, συγκέντρωσις και διαφύλαξις του μεγίστης αξίας αρχειακού τούτου υλικού, είναι ο προκάτοχος μου εν τω Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου Γεώργιος Ι. Οικονομίδης. Ως τουρκομαθής αντελήφθη την σημασίαν του υλικού. Ούτος, προ της προσλήψεώς του εν τω Μεταφραστικώ Γραφείο Ηρακλείου (1909), είχεν εργασθεί επί τι χρονικόν διάστημα εις την Υπηρεσίαν Εβκαφίων της Κρήτης, η οποία είχεν υπό την δικαιοδοσίαν και επιμέλειάν της όλα τα αφιερωθέντα εις ευαγή ιδρύματα ακίνητα. Το πρώτον μέλημα του Γ. Οικονομίδου, όταν διωρίσθη Διευθυντής του Μεταφραστικού Γραφείου, ήτο να ενεργήσει παρά τη Κυβέρνήσει και να παραλάβει δια του Εισαγγελέως τους φυλασσομένους εν τη Υπηρεσία των Εβκαφίων Κώδικας του Ιεροδικείου Ηρακλείου. Αυτοί οι πολύτιμοι τουρκικοί κώδικες παρέμειναν τελικώς εν Κρήτη και αποτέλεσαν τον πρώτον πυρήνα του ούτω επονομασθέντος έκτοτε Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου».

Γ.Το Αρχείο της Δημογεροντίας Ηρακλείου: Ο θεσμός των «δημογεροντιών» ίσχυσε στα τελευταία σαράντα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας (1858-1900). Πρόκειται για ένα μόρφωμα θεσμού κοινοτικής αυτοδιοίκησης, στα πλαίσια των προνομίων που παρείχαν οι Οθωμανοί στους Χριστιανικούς κυρίως πληθυσμούς επί τω τέλει της αποφυγής της έξαρσης των εθνικών επαναστατικών αγώνων. Γράφει για αυτόν τον θεσμό η Κάλλια Καλλιατάκη - Μερτικοπούλου: «Η κοινοτική αυτοδιοίκηση των Χριστιανών της Κρήτης, παρά τις υποσχέσεις του Πορθητή Κιοπρουλή, κατακτήθηκε αργοπορημένα και δύσκολα, σε σύγκριση προς τις υπόλοιπες επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Προεστώτες, πρόκριτοι, πρωτόγεροι και συμβούλια γερόντων μνημονεύονται από την πρώιμη τουρκοκρατία, αλλά τακτικά συγκροτημένα δημογεροντιακά σώματα ελλείπουν. Ο δημογεροντιακος θεσμός αναγνωρίσθηκε επίσημα το 1858, οπότε συστήθηκαν στις έδρες των τριών τμημάτων, δηλαδή στα Χανιά, το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο, οι χριστιανικές και μουσουλμανικές κεντρικές δημογεροντίες, με εκπροσώπους των πόλεων και των επαρχιών».

Στη δικαιοδοσία των δημογεροντιών αναγόταν η επίλυση προβλημάτων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, καθώς και η επιστασία κοινωφελών καταστημάτων, σχολείων, νοσοκομείων κ.α. Οι δημογεροντίες παρενέβαιναν και στη διαχείριση των ορφανικών περιουσιών (μέσω της Χριστιανικής Ορφανικής Τραπέζης.) Συγκεκριμένα επιτρόπευαν τα, ορφανά από πατέρα, ανήλικα παιδιά και διακανόνιζαν τα περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι να ενηλικιωθούν.

Το αρχείο της Δημογεροντίας Ηρακλείου απεικονίζει ακριβώς το σύνολο αυτών των δραστηριοτήτων και την βήμα προς βήμα εξέλιξή τους από το 1858 έως το 1900 περίπου.

3. Συντελείται ο σχεδιασμός και η πραγματοποίηση της έκδοσης (με τη συνεργασία 300 περίπου Ελλήνων και ξένων φιλολόγων, ιστορικών και λογοτεχνών) 110 περίπου τόμων (κατάλογος των οποίων εκτίθεται στην παρούσα σύντομη ιστορία της «Β.Β.» για λογαριασμό του Δήμου Ηρακλείου και του Συνδέσμου Τ.Ε.Δ.Κ.Κρήτης.

4. Πραγματοποιείται η απόκτηση του προγράμματος μελέτης και έρευνας των κειμένων της αρχαιοελληνικής και βυζαντινής γραμματείας «Ίβυκος-Αθηνά».

5. Πραγματοποιείται η διοργάνωση και η λειτουργία του «Κέντρου Ελευθέρων Σπουδών»(1990) και της «Ελεύθερης Σχολής Φιλολογικών και Ιστορικών Σπουδών»(1994), καθώς και η διοργάνωση των διαλέξεων των δύο «Εβδομάδων Επιστήμης» (το1985και το 1986 ), της «Συζήτησης για την Ελληνική Γλώσσα» (σε συνεργασία με την Ε.Φ.Ν.Η.,το 1987), και των ομιλιών με τίτλο «Φιλολογικές και Ιστορικές Διερευνήσεις».

6. Αναλαμβάνεται η διοργάνωση (σε συνεργασία με το «Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης») της «Έκθεσης Ενθυμημάτων από τον Βίο και την Δημιουργία του Π.Πρεβελάκη», η διοργάνωση (σε συνεργασία με το Μορφωτικό Τμήμα της Ισπανικής Πρεσβείας στην Αθήνα) της «Έκθεσης Έργων της Ισπανικής Χαρακτικής», η διοργάνωση της «Έκθεσης για τα 100 χρόνια της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής», η διοργάνωση της «Έκθεσης Ενθυμάτων του Μακεδονικού Αγώνα», η διοργάνωση της «Έκθεσης του Φωτογραφικού Αρχείου των Γκιουζέπε Γκερόλα και Αλεσάντρο Κουρούνι», η διοργάνωση της «Έκθεσης για τα 100 χρόνια της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής», και η διοργάνωση της «Έκθεσης Παλαιών Σχεδίων Οικιών της Πόλεως του Ηρακλείου» με τίτλο «Από τα παρελθόντα έτη...».

7. Πραγματοποιείται η διοργάνωση (με την επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Ν. Χατζηνικολάου και με τη συνεργασία της ιστορικού της τέχνης Ε. Φουντουλάκη-Αναστασάκη) της «Έκθεσης για τα 450 χρόνια από τη γέννηση του Δ. Θεοτοκόπουλου», και του σχετικού με την τέχνη του μεγάλου κρητικού ζωγράφου «Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου», (1990)- διοργάνωση που ήταν πανελλήνιας σημασίας και απήχησης και που υπηρέτησε ουσιαστικά την υπόθεση της προαγωγής της τοπικής πολιτισμικής αυτογνωσίας.

8. Πραγματοποιείται η διοργάνωση (με την επιστημονική ευθύνη του Εφόρου Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Κρήτης Μ. Μπορμπουδάκη ) πρώτα στο Ηράκλειο και, εν συνεχεία, η μεταφορά στην Εθνική Πινακοθήκη των Αθηνών της «Έκθεσης των Εικόνων της Κρητικής Σχολής» και του σχετικού με αυτές «Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου» (1993-1994).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Και η διοργάνωση αυτή ήταν υποταγμένη στην αντίληψη της προαγωγής της τοπικής (και όχι μόνο) πολιτισμικής αυτογνωσίας. Γιατί η τέχνη των Εικόνων της Κρητικής Σχολής επιτρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε τη βαθύτερη σχέση της Κρήτης με τη βυζαντινή καλλιτεχνική και πνευματική παράδοση, καθώς και να κατανοήσουμε το αποτέλεσμα και τα όρια της συνάντησής μας με τον λεγόμενο δυτικό πολιτισμό. Η τέχνη των Εικόνων της Κρητικής Σχολής (που είναι η σημαντικότερη «στιγμή» της ελληνικής τέχνης μετά την άλωση της πόλης στα 1453) περιγράφει επίσης το περιβάλλον μέσα στο οποίο πρωτοάνθησε η κορυφαία καλλιτεχνική προσωπικότητα του νεότερου ελληνισμού: ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος.

Οι Εικόνες της Κρητικής Σχολής δεν συγκεντρώθηκαν μόνο από εκείνες που βρίσκονται σήμερα στα ιστορικά Μοναστήρια της Κρήτης, γιατί η ακτινοβολία της τέχνης τους υπερβαίνει τα τοπικά και τα εθνικά σύνορα και φθάνει στην Ιταλία και τη μακρινή Ρωσσία: έτσι στην έκθεση παρουσιάστηκαν εικόνες και από το Μουσείο του Ερμιτάζ της Πετρούπολης, το Ιστορικό Μουσείο της Μόσχας, την Πινακοθήκη Τρετιακώφ και το Μουσείο του Κρεμλίνου, από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και το Μουσείο Μπενάκη, τη Μακεδονία, τα Δωδεκάνησα και τη Μήλο.

Η Έκθεση των Εικόνων της Κρητικής Σχολής γνώρισε εξαιρετική ανταπόκριση: πλέον των 40.000 επισκεπτών την παρακολούθησαν στην Βασιλική του Αγίου Μάρκου και στην Αγία Αικατερίνη των Σιναϊτών του Ηρακλείου, ενώ στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου μεταφέρθηκε μετά, σαν μια προσφορά της «περιφέρειας» προς το κέντρο, την επεσκέφθησαν πάνω από 200.000 άτομα.

9. Ιδρύεται μια σειρά νέων τμημάτων: α)Το προαναφερθέν «Τμήμα Αρχείων», ένα τμήμα το οποίο στεγάζει τα πολυτιμότερα στοιχεία της «Β.Β.» η παρουσία των οποίων σε αυτήν της προσδίδει μία εντελώς ιδιαίτερη υπόσταση. Αρχειακό υλικό που καλύπτει μία περίοδο από το 1217 έως το 1975 είναι συγκεντρωμένο σε αυτό το τμήμα και είναι κατά βάσιν ταχτοποιημένο και ολόκληρο προσιτό στους ερευνητές. Προέρχεται δε κατά το μεγαλύτερο μέρος του από την διοικητική οργάνωση και την λειτουργία των μηχανισμών των επί αιώνες κατακτητών της Κρήτης, β)Το «Τμήμα Περιοδικών και Εφημερίδων», γεγονός που διευκολύνει την απόκτηση και νέων ενοτήτων περιοδικών κι εφημερίδων και την παραχώρηση μιας «ανάσας» για τα παλιά, έτσι ώστε να αγοραστούν και καινούργιες σειρές από αυτά, γ)Το «Τμήμα Οπτικοακουστικών Μέσων», όπου εκτός από τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό του σε μηχανήματα ήχου και εικόνας, είναι και κατάλληλη φτιαγμένο έτσι ώστε να μπορεί να στεγάζει μία συλλογή δίσκων επιλεγμένης κλασικής μουσικής καθώς και σπανίων μαγνητοφωνήσεων, βιντεοσκοπημένων θεατρικών παραστάσεων, ταινιών, κ.λ.π. δ)Το «Παιδικό Τμήμα», που ιδρύθηκε στο πλαίσιο αναβάθμισης του «Δανειστικού Τμήματος» όπου αποκτήθηκαν 15.000 περίπου νέα βιβλία, περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες, και σε πολλά παιδιά προσφέρει τη δυνατότητα να διαβάζουν ωφέλιμα βιβλία και να περάσουν ευχάριστα κάποιες από τις ώρες τους, ε)Το «Εργαστήριο Μικροφωτογραφήσεων» όπου με τη μέθοδο της αποτύπωσης των παλιών βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και πολύτιμων εγγράφων σε μικροφίλμ, διασώζεται ένας μεγάλος θησαυρός της «Β.Β.» τον οποίο η χρήση θέτει σε διαρκή κίνδυνο.

10. Η «Β.Β.» επιφορτίζεται να συνδράμει στην επιμέλεια της διοργάνωσης και στη ρύθμιση της λειτουργίας της «Οικίας Χρονάκη».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Την «Οικία Χρονάκη», ύστερα από σχετική πρόταση του σκηνογράφου Γιώργου Ανεμογιάννη κοσμεί, πρώτα πρώτα, ένα σύνολο παλαιών, ανατολικής προέλευσης, επίπλων. Τα περισσότερα από τα έπιπλα αυτά είναι τοποθετημένα στον όροφο. Στους τοίχους του κτηρίου έχουν αναρτηθεί, προερχόμενοι από την «Β.Β.», πίνακες του Ηρακλειώτη ζωγράφου Ευ. Μαρκογιαννάκη και είκοσι περίπου χάρτες και γκραβούρες του 17ου και 18ου αιώνα. Επίσης, σε δύο προθήκες, που είναι τοποθετημένες στο προ του χαμάμ δωμάτιο του ορόφου, εκτίθεται μια μικρή συλλογή παλαιών ταχυδρομικών δελταρίων (καρτ ποστάλ) με φωτογραφίες του Μπεχαεντίν (κυρίως) και θέματα από τη ζωή του Ηρακλείου, όπως αυτή ήταν στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Ακόμα, σε ιδιαίτερο χώρο της «Οικίας Χρονάκη» στεγάζεται ένα πλήρες αντίγραφο των αποκειμένων στην «Β.Β.» Ιεροδικαστικών Κωδίκων του «Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου», των οποίων τα έγγραφα καλύπτουν το χρονικό διάστημα δυόμισι περίπου αιώνων- από το 1647 έως το 1870 περίπου. Τέλος, στον παράπλευρο του κτηρίου ιδιαίτερο (σχεδόν αυτοτελή) χώρο, είναι τακτοποιημένο το προσφάτως αποκτηθέν Τυπογραφείο «Κείμενα».

11. Πραγματοποιείται η απόκτηση, η εγκατάσταση, και η λειτουργία ενός συνόλου σύγχρονων μηχανικών συστημάτων α)ηλεκτρονικής προστασίας, β) κλιματισμού, και γ) πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης.

12. Αναλαμβάνεται η διοργάνωση και η επιμέλεια της λειτουργίας των τριών «Κινητών Βιβλιοθηκών» της Τ.Ε.Δ.Κ. Νομού Ηρακλείου.

13. Προωθείται και επιτυγχάνεται η θέσπιση και η εφαρμογή του αναγκαίου για κάθε σύγχρονη βιβλιοθήκη «Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας».

14. Αναλαμβάνεται η επιμέλεια της διοργάνωσης και (μέχρι πρόσφατα) της λειτουργίας της «Δημοτικής Πινακοθήκης», η οποία απέκτησε μιαν πρώτη υπόσταση στην Βασιλική του Αγίου Μάρκου -σε αυτήν την ιστορική εκκλησία της πόλεως του Ηρακλείου.

15. Πραγματοποιείται η διοργάνωση μεγάλης τιμητικής εκδήλωσης για τον ήρωα του Β′ Παγκοσμίου Πολέμου Πάτρικ Λη Φέρμορ (Μάιος 1994).

16. Διενεργείται ο συστηματικός έλεγχος και η (οφειλόμενη από την εποχή της δωρεάς) αυτοτελής τοποθέτηση της «Βιβλιοθήκης Δημητρίου Βικέλα», καθώς και η καταγραφή και αποδελτίωση των επί πολλά έτη στις αποθήκες ευρισκομένων και εκ δωρεών ως επί το πλείστον προερχομένων βιβλιοθηκών του «Γεωργίου Πάγκαλου», του «Γιώργου Ανεμογιάννη», του «Τ. Μάνα»,της «Επιστημονικής Λέσχης Ηρακλείου», των «Έλλης Αλεξίου» και «Μάρκου Αυγέρη» και της «Κράϊσκομαντατούρ».

17. Γίνεται η συστηματική καταγραφή και αποδελτίωση όλων των βιβλιοθηκών του «Ιστορικού Μουσείου Κρήτης», καθώς και η μικροφωτογράφηση όλων των «Βιβλίων Εισαγωγής» του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου.

18. Επαυξάνονται τα προς μελέτην διαθέσιμα βιβλία κατά 80.000 περίπου νέους τόμους (με την προαναφερθείσα ένταξη των εκ παλαιών δωρεών προερχομένων βιβλιοθηκών και με δωρεές ή αγορές από βιβλιοπωλεία της Ελλάδος και του εξωτερικού, όπως, λ.χ., από το βιβλιοπωλείο «Μπλακγουέλ» της Οξφόρδης) γεγονός που αναβιβάζει σήμερα τον συνολικό αριθμό των τόμων της «Β.Β.» στους 125.000 περίπου.

19. Εξασφαλίζεται η απόκτηση, καταγραφή και αποδελτίωση της «Βιβλιοθήκης» του Νικολάου Οικονομάκη, καθώς και της «Βιβλιοθήκης Ι. Μαλαγαρδή».

20. Διενεργείται η βιβλιοδεσία 20.000 περίπου χρηζόντων αμέσου προστασίας παλαιών βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών.

21. Πραγματοποιείται προοδευτικά η σύνταξη της «Κρητολογικής Βιβλιογραφίας», η οποία αριθμεί ήδη 20.000 περίπου βιβλιογραφικά δελτία.

22. Στο πλαίσιο του Τμήματος Οπτικοακουστικών Μέσων, ιδρύεται και επί οκταετίαν λειτουργεί η «Κινηματογραφική Λέσχη» (σε συνεργασία με στελέχη της παλαιάς Κινηματογραφικής Λέσχης Ηρακλείου), ενώ παράλληλα, συγκροτείται ένα πλουσιότατο Αρχείο Δίσκων Μουσικής, Βιντεοταινιών και ποικίλων Μαγνητοσκοπήσεων.

Σαν Υστερόγραφο

Οι κάθε είδους απολογισμοί ενδέχεται να έχουν ένα νόημα από τη στιγμή που γίνονται όχι για να «κλείσουν» αλλά για να «ανοίξουν» κάποιο κεφάλαιο σε μιαν ιστορία. Αυτό ελπίζουμε ότι συμβαίνει και τώρα.

Όμως, ο οποιοσδήποτε απολογισμός δύσκολα αποκαλύπτει την αθέατη πλευρά της πραγμάτωσης ενός προγράμματος, η οποία μένει κρυμμένη. Εκεί τα πράγματα είναι συνήθως χρωματισμένα με ένα όχι και τόσο ευχάριστο φως. Γιατί από την εκτέλεση ο δρόμος ποτέ δεν είναι στρωμένος με άνθη. Και ο δρόμος αυτός κουράζει ή φθείρει εκείνους που είναι υποχρεωμένοι να τον διανύουν, είτε σώζονται είτε όχι τα αποτελέσματα τα επιθυμητά.

Εν τούτοις, κάποιες άλλες σκέψεις αναδύονται δικαιωματικά στον νου. Και αυτές συμπυκνώνονται στη διαπίστωση ότι η «Β.Β.» έρχεται ακέραιη μέσα από μια διαδρομή περίπλοκη και στο ότι ό,τι πνευματικό απολαμβάνουμε από αυτήν οφείλεται κυρίως σε τούτη ή την άλλη μορφή πίστης: στην πίστη του πρώτου δωρητού της, του Δημητρίου Βικέλα, για τις προοπτικές ανάπτυξης της πόλης μέσω της γνώσης, στην πίστη των παλαιότερων υπευθύνων της για την πίστη των πολιτών της πόλεως του Ηρακλείου για την σημασία της στην ζωή τους και, τέλος, στην πίστη τόσον της παλαιάς όσον και της νέας Δημοτικής Αρχής για την δυνατότητα μετεξέλιξής της σε ένα πρότυπο «Κέντρο Γραμμάτων» στην κατεύθυνση που το είχε οραματιστεί, στα 1938, ο μάρτυς δήμαρχος Μηνάς Γεωργιάδης.

Στην κατεύθυνση αυτή κινούνται και οι σχεδιασμοί της «Β.Β.» στα περιθώρια που της παρέχονται από την νέα, την τωρινή Δημοτική Αρχή. Οι κυριότεροι από τους σχεδιασμούς αυτούς είναι: 1.Η εν εξελίξει πραγματοποιούμενη διαδικασία για τη μηχανοργάνωση του συνόλου των εντύπων, εγγράφων και χειρογράφων με βάση το σύγχρονο βιβλιοθηκονομικό- αρχειονομικό πρόγραμμα «Πτολεμαίος», 2. Η εν εξελίξει διοργάνωση της έκθεσης «Από τα Πορτραίτα του Φαγιούμ στις Απαρχές της Τέχνης των Βυζαντινών Εικόνων» και του συναφούς με αυτή «Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου», καθώς και η έκδοση του Σχετικού με αυτά «Καταλόγου». Η έκθεση αυτή συγκεντρώνει ήδη πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και είναι βέβαιο ότι θα μεταφερθεί μετά το Ηράκλειο στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα και κατόπιν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, 3. Η αξιοποίηση υπέρ των αναγκών της όλων των ισογείων και υπογείων χώρων του Δημοτικού Μεγάρου των Αχτάρικων (α)για την ίδρυση βιβλιοπωλείου τόσον εκδόσεων της «Β.Β.» όσον και άλλων μη κερδοσκοπικών εκδοτικών οίκων, β) για την μεταφορά και την ανάπτυξη του Παιδικού και Δανειστικού τμήματος, γ) για την ίδρυση και τη λειτουργία παιδικού κινηματογραφικού [«σινεάκ»], δ) για την διαμόρφωση ενός παραδοσιακού καφενείου-εντευκτηρίου κ.α.), 4. Η αξιοποίηση του προσφάτως αποκτηθέντος και ήδη εγκαταστημένου στην «Οικία Χρονάκη» παραδοσιακού Τυπογραφείου «Κείμενα» (ιδρυτής: Φίλιππος Βλάχος) με την μουσειακή έκθεσή του και την συστηματική λειτουργία του ως χώρου σχολής εκμάθησης της τέχνης της παραδοσιακής τυπογραφίας, της συντήρησης χάρτου και της καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας, 5. Η απόκτηση των πολύτιμων για τη μελέτη της Γερμανικής Κατοχής αρχείων της Κράισκομαντατούρ, που φυλάσσονται στην πόλη του Φράιμπουργκ, καθώς και η απόκτηση των αρχείων του εν Κρήτη προξενείου της Ρωσίας, που απόκεινται στην Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, και 6. Η συστηματική (παραπέρα) ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας με μια σειρά πνευματικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας, Εθνική Πινακοθήκη, Μέγαρο Μουσικής, Μουσείο Μπενάκη, Βρετανικό Συμβούλιο, Ι.Μ.Χ.Α. κ.ά).

Καταλήγοντας, και πέρα από τις σκέψεις τις μελαγχολικές και αυτούς ή τους άλλους σχεδιασμούς, θα πρέπει ακόμα να ειπωθούν εδώ δύο λόγια για αυτή τούτη τη συμμετοχή στην όλη «περιπέτεια» της ανάπτυξής της «Β.Β.» των ανθρώπων που την υπηρετούν σήμερα, κυρίως από τη θέση του υπευθύνου.

Η συμμετοχή τους, λοιπόν, αυτή κινήθηκε πάντοτε μέσα στο πλαίσιο των προσωπικών τους περί καθήκοντος αντιλήψεων. Ως εκ τούτου, ακόμα και όταν αξιολογείται σε σύγκριση με τις ισχύουσες τυπικές τους υποχρεώσεις, ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κάτι το εξαιρετικό...

Η συμμετοχή τους, επίσης, στην διαμόρφωση αυτού που θεωρείται ως εντελώς ιδιαίτερο στην τωρινή φυσιογνωμία της «Β.Β.» συντελέσθηκε με πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι αυτοί υπηρετούσαν την «Β.Β.» και τις ανθρωπιστικές σπουδές όχι ως ειδικοί «επιστήμονες» αλλά ως απλοί «εργάτες».

Τα ανωτέρω δεν αναφέρονται από μετριοφροσύνη. Είναι πέρα για πέρα πραγματικά. Για αυτό τον λόγο, οι άνθρωποι αυτοί θα ήσαν απολύτως αρνητικοί όσον αφορά την αποδοχή μιας σειράς τιμητικών διακρίσεων[του Χρυσού Σταυρού του Αγίου Ανδρέα της Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας (1995), του Μεταλλίου της Ακαδημίας Αθηνών (1996), του Βραβείου Καζαντζάκη του Δήμου Ηρακλείου (1996) και το Χρυσούν Μετάλλιο της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Κρήτης (1998)], εάν δεν κυριαρχούσε μέσα τους η σκέψη ότι μια τέτοια στάση σίγουρα θα έθλιβε και, ενδεχομένως, θα πρόσβαλε αυτούς που αποφάσισαν τις διακρίσεις αυτές και που θέλησαν έτσι να τιμήσουν την «Β.Β.» -πάνω απ’όλα- με την αγάπη τους.

    • Βήματα στον Πολιτισμό και την Ανάπτυξη